Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013
Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013
Πηνελόπη Δέλτα Πρώτες Ενθυμήσεις
ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΔΕΛΤΑ
Πρώτες ενθυμήσεις
Σε αυτό το απόσπασμα, από τον πρώτο
τόμο του αυτοβιογραφικού έργου της Πηνελόπης Δέλτα παρουσιάζεται η αμφίθυμη
στάση του μικρού κοριτσιού απέναντι στην αυταρχική αλλά και γοητευτική μορφή
του πατέρα, ενώ συγχρόνως διαφαίνεται ο αγώνας της συγγραφέως ως ενήλικης να
συμφιλιωθεί με την απρόσιτη «θεότητα» που, όπως η ίδια αναγνωρίζει, υπήρξε «η
τελευταία μεγάλη αγάπη» της ζωής της.
Τον
πατέρα, εμείς τα παιδιά τον φοβούμασταν πάρα πολύ για να μπορούμε και να τον
αγαπούμε. Τον τρέμαμε. Σαν έμπαινε ο πατέρας στο σπίτι, τσιμουδιά δεν
ακούουνταν στο σπουδαστήριο, όσο μικρά ή μεγάλα και αν ήμασταν. Αν τύχαινε και
βρισκόμαστε στην είσοδο για να δούμε την ώρα ή για καμιά δουλειά, την ώρα που
άνοιγε ο πατέρας με το κλειδί του και έμπαινε, πηγαίναμε φρόνιμα και τον
χαιρετούσαμε (δε μας φιλούσε, απλώς μας χαιρετούσε μ' ένα: «Ε, κάτι εδώ; Πες να
σερβίρουν γρήγορα, βιάζομαι»). Και φεύγαμε βιαστικά, μη μας βρει κανένα ψεγάδι.
Θυμούμαι την επιβλητική του παρουσία, το
μεγαλείο του, την ομορφιά του, το ψηλό, δεμένο αλλά λεπτό κορμί του, ίσιο σαν
λαμπάδα, τα πυκνά και σγουρά μαύρα μαλλιά του, τα γένια του, μαύρα και αρκετά
μακριά, κομμένα τετράγωνα, κατά την τότε μόδα, τα μεγάλα αμυγδαλωτά του μαύρα
μάτια που πετούσαν φωτιές, «τα ωραία Μπενάκικα μάτια», όπως έλεγε η μητέρα μου
στα γεράματά της, πάντα με λαχτάρα και συγκίνηση. Τον θυμούμαι που έμπαινε στην
είσοδο και γέμιζε, λες, αμέσως το σπίτι· θυμούμαι το θαυμασμό μου για τον
«πατέρα», την υπερηφάνεια, και συνάμα τη βία να εξαφανιστούμε, μη μας βρει
καμιάν αιτία για κατσάδα ή μπάτσο.
Oι
μπάτσοι στο πρόσωπο ήταν συχνοί, δίνουνταν εύκολα και θυμούμαι ακόμα τώρα το
αίσθημα της ντροπής, του εξευτελισμού, όσο και της ζάλης που ακολουθούσε κάθε
μπατσιά, που πηγαινοέφερνε το μυαλό μας. Μας μπάτσιζε ο πατέρας κάποτε, αλλά
σπανιότερα από τη μητέρα, που ζούσε περισσότερο στο σπίτι και τιμωρούσε συνεπώς
συχνότερα και ευκολότερα.
O πατέρας ήταν βίαιος, θυμώδης, αυθαίρετος, κοτζάμπασης.
Εκείνο που ήθελε το ήθελε και το επέβαλλε. Διέταζε. Και οι άλλοι υπήκουαν.
Επιβάλλουνταν. Και οι άλλοι υποχωρούσαν. Ήταν αφέντης. Κάποτε τύραννος. Μα ήταν
βαθιά ευγενής. Και ήταν τίμιος στη σκέψη όσο και στις δοσοληψίες*. Και ήταν
ειλικρινής, και ήταν υπερήφανος, ίσιος, αλύγιστος, αμείλικτος στο ζήτημα
«συνείδηση». Το νιώθαμε μεις τα παιδιά, και το ένιωθαν όλοι που τον ήξεραν. O
πατέρας ήταν «χαρακτήρας».
Αργότερα τον γνώρισα και τον εξετίμησα. Ως
το τέλος της ζωής του μου έμεινε θεότης απλησίαστος. Μα μου έμεινε και η
τελευταία μεγάλη αγάπη της ζωής μου, κάτι σαν λατρεία, σαν θρησκεία. Έκλαψα
χάριν του φοβερά. Έκλαψα όλη μου τη ζωή. Μου επιβλήθηκε πάντα και με τυράννησε,
ξέροντας και μην ξέροντας. Και ως το τέλος βάρυνε η θέληση και η τυραννία του
στη ζωή μου. Και όμως έμεινε η τελευταία μεγάλη αγάπη της ζωής μου.
Θυμούμαι μια μέρα, ένα μεσημέρι (ήμουν κάπου
9-10 ετών;) ένας στρειδάς άνοιγε στρείδια στην πίσω πόρτα του σπιτιού μας (στο
καινούριο, δικό μας σπίτι) και ο πατέρας έτρωγε μερικά, και όλο άνοιγε στρείδια
ο στρειδάς και τ' αράδιαζε στην πιατέλα για το τραπέζι, και διάλεγε κανένα ο
πατέρας και το έτρωγε. Και αφού γέμισε η πιατέλα, τα μέτρησε ο πατέρας, μέτρησε
πόσα είχε φάγει και του τα πλήρωσε έξι γροσάκια τη δωδεκάδα, αντί τέσσερα που τα
πλήρωναν άλλη φορά.
«Είναι μεγάλα και πολύ φρέσκα», μου είπε ανεβαίνοντας την πίσω σκάλα προς την τραπεζαρία. O στρειδάς είχε ευχαριστήσει μ' ένα χαμόγελο που πήγαινε ως τ' αυτιά του, χτυπώντας καρδιά και μέτωπο επανειλημμένως.
«Τον
πλήρωσες;», ρώτησε η μητέρα, σαν μπήκαμε στην τραπεζαρία.
«Ναι».
«Πόσες
δωδεκάδες;»
«Τόσες».
Και της είπε.
«Και πόσα
τα πλήρωσες;»
«Έξι
γροσάκια τη δωδεκάδα».
«Καημένε
Μανόλη! Τέσσερα είναι η τιμή τους».
«Είναι
μεγάλα και πολύ φρέσκα».
«Άσχημα
έκανες! Πολύ άσχημα! Έτσι τον κακομαθαίνεις, και θα γυρεύει στο μέλλον πάντα
έξι γρόσια!»
«Ωχ,
καημένη γυναίκα! Πώς θα ζήσει και αυτός, αν δεν πληρώσεις τον κόπο του και
τον καιρό του;», καλόβουλα είπε ο πατέρας.
O λόγος αυτός ήταν ένας σταθμός στη ζωή
μου. Ως τότε δεν είχα σκεφθεί, παζαρεύοντας, όπως τύχαινε συχνά, για χόρτα
και άλλα, παρά πώς να κάνω την οικονομία του σπιτιού και να κάνω τα καλά μου,
να κόψω το γροσάκι του πουλητή που χτυπούσε την πόρτα. Πρώτη φορά είδα και
την άλλη μεριά του προβλήματος, πως κοντά στην οικονομία μας στέκουνταν και
για τον άλλο η ανάγκη να ζήσει, να βγάλει το ψωμί του, να πληρωθεί η εργασία
του κατά την αξία της.
Και λάτρεψα τον πατέρα μου σαν κάτι
ανώτερο. Δεν τον πλησίαζα όμως. Δεν τον αγαπούσα με τρυφερότητα. Έστεκε πολύ
μακριά μας, θεότης απρόσιτος, μα θεότης.
Π. Δέλτα, Πρώτες
ενθυμήσεις, Ερμής
θυμώδης: ευέξαπτος κοτζάμπασης: εδώ αυταρχικός αρχηγός της οικογένειας δοσοληψίες: εμπορικές συναλλαγές γροσάκια: γρόσια, τουρκικά νομίσματα Νίκη Ελευθεριάδη, Αύγουστος μεσημέρι
Οπτικοποίηση αποσπάσματος του
παραπάνω κειμένου με το γνωστικό εργαλείο Wordle
Δημιουργία
σύννεφου λέξεων από το διδάσκοντα για ανάλυση και γραφική απεικόνιση των
δεδομένων του αποσπάσματος: Τον πατέρα, εμείς τα παιδιά τον φοβόμασταν… Ο
πατέρας ήταν «χαρακτήρας».
(ακολουθεί παράδειγμα)
Ενδεικτικές
ερωτήσεις φύλλου εργασίας
•Ποιο θέμα
διαπραγματεύεται το παραπάνω απόσπασμα;
•Βρείτε τις λέξεις-κλειδιά του αποσπάσματος και δώστε έναν τίτλο. •Ποια συναισθήματα ενέπνεε ο πατέρας στα παιδιά του; •Τι δηλώνει η επανάληψη των ρημάτων «ήταν» και «θυμούμαι» για τον αφηγητή και το χρόνο της αφήγησης; • Να εντοπίσετε τα εκφραστικά επίθετα με τα οποία παρουσιάζει η συγγραφέας τα εξωτερικά γνωρίσματα του πατέρα της. Επισκεφτείτε τη διεύθυνση http://www.wordle.net για να δημιουργήσετε με αυτά το δικό σας σύννεφο λέξεων. |
Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013
Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013
Νεοελληνική Λογοτεχνία
Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1872-1923)
Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης γεννήθηκε το
1872 στην Κέρκυρα, γιος του Μάρκου Θεοτόκη και της Αγγελικής Πολυλά,
ανιψιάς του Ιάκωβου Πολυλά. Είχε δυο αδερφούς. Έμαθε τα πρώτα γράμματα
στο ιδιωτικό σχολείο Κοντούτη, στη συνέχεια φοίτησε για οχτώ χρόνια στο
Εκπαιδευτήριο Καποδίστριας και τέλειωσε το γυμνάσιο το 1888. Μαθητής
ακόμα έγραψε το σχολικό εγχειρίδιο Εγχειρίδιον προς κατασκευήν διαφόρων
εκ χάρτου παιγνίων. Μέρος πρώτον : Το πτηνόν. Την ίδια περίοδο ξεκίνησε
και το ενδιαφέρον του για τις φυσικές επιστήμες και το 1884 σε ηλικία
δεκατεσσάρων ετών εξέδωσε με τον αδερφό του Κωνσταντίνο την εφημερίδα
Ελπίς. Το 1887 εξέδωσε μια μελέτη για τον ηλεκτροχημικό τηλέγραφο και
έστειλε μια μελέτη για το κυβερνώμενο αερόστατο στη Γαλλική Ακαδημία των
Επιστημών που επαινέθηκε.Το 1889 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της
Σορβόννης για σπουδές φυσικομαθηματικών επιστημών. Η κοσμική και σπάταλη
ζωή που επέλεξε τον οδήγησε δυο χρόνια αργότερα για συνέχιση των
σπουδών του στη Βενετία. Εκεί σύναψε δεσμό με τη βαρώνη Ερνεστίνη φον
Μάλοβιτς, δεκαεφτά χρόνια μεγαλύτερή του, από την οποία χώρισε προσωρινά
κατόπιν παρέμβασης του πατέρα του τον ίδιο χρόνο, την παντρεύτηκε όμως
δυο χρόνια αργότερα στη Βοημία. Ένα χρόνο αργότερα εγκαταστάθηκε με τη
σύζυγό του στον πύργο των Καρουσάδων. Τότε χρονολογείται και η έναρξη
της βαθιάς φιλίας του με το Λορέντζο Μαβίλη, με τον οποίο πήρε μέρος
στην κρητική επανάσταση και στον πόλεμο του 1897 και από τον οποίο
υιοθέτησε το ενδιαφέρον του για τη σανσκριτική μυθολογία. Στη συνέχεια ο
Κωνσταντίνος έφυγε για σπουδές έξι μηνών στο Γκρατς της Αυστρίας, όπου
ήρθε σε επαφή με τη σκέψη του Μαρξ και του Νίτσε και στράφηκε προς τις
θεωρητικές επιστήμες. Το 1895 εξέδωσε ένα ρομάντζο στα γαλλικά, το 1899
δημοσίευσε σε συνέχειες το Πάθος και το Πίστομα στο περιοδικό Τέχνη του
Κωνσταντίνου Χατζόπουλου. Το 1900 πέθανε η κόρη του Ερνεστίνη από
μηνιγγίτιδα σε ηλικία πέντε ετών. Το 1901δημοσίευσε στο Διόνυσο το
διήγημα Juventus Mundi και τον επόμενο χρόνο την Κασσώπη. Το 1902
επισκέφτηκε τη Ζάκυνθο με αφορμή τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του
Σολωμού και τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε ένα άρθρο για το Σολωμό στην
εφημερίδα Neue Presse της Βιέννης. Το 1903 γνωρίστηκε με την μετέπειτα
στενή φίλη του Ειρήνη Δεντρινού και το 1904 δημοσίευσε στο Νουμά τη
διατριβή του Σανσκριτική και καθαρεύουσα. Το 1905 οργάνωσε συνέδριο
δημοτικιστών στην Κέρκυρα με αφορμή την εκεί επίσκεψη του Αλέξανδρου
Πάλλη. Οι καλεσμένοι επίσης Κωστής Παλαμάς, Γιάννης Ψυχάρης και Ιωάννης
Γρυπάρης δεν παρευρέθηκαν. Στη διετία 1907-1909 βρέθηκε στο πανεπιστήμιο
του Μονάχου για σπουδές και επέστρεψε στην Κέρκυρα, όπου υποδέχτηκε τον
σοσιαλιστή Μαζαράκη. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Σοσιαλιστικού Ομίλου
Κερκύρας και κατόπιν του Αλληλοβοηθητικού Εργατικού Συνδέσμου Κερκύρας
και το 1912 τιμήθηκε με το παράσημο του Σταυρού του Σωτήρος από την
κυβέρνηση, βραβείο που όμως δε δέχτηκε. Το 1916 συμμετείχε σε ειδική
αποστολή του επαναστατικού κινήματος Θεσσαλονίκης στη Ρώμη μετά από
ανάθεση του τότε υπουργού Εξωτερικών Νικολάου Πολίτη. Επέστρεψε στην
Κέρκυρα και διορίστηκε αντιπρόσωπος της κυβέρνησης στην Κέρκυρα, θέση
από την οποία παραιτήθηκε τον ίδιο χρόνο. Το 1917 μετά την πτώση της
αυστροουγγρικής μοναρχίας ο Θεοτόκης και η σύζυγός του καταστράφηκαν
οικονομικά. Η υγεία του κλονίστηκε. Εργάστηκε σποραδικά ως διευθυντής
λογοκρισίας (για δυο μέρες), ως υπάλληλος των εκδόσεων Ελευθερουδάκη,
της Υπηρεσίας Ξένων και Εκθέσεων και της Εθνικής Βιβλιοθήκης, ενώ δεν
έπαψε σ’ όλη τη ζωή του να δημοσιεύει πεζογραφικά, ποιητικά και
μεταφραστικά έργα του σε πολλά λογοτεχνικά και εφημερίδες (όπως Η Τέχνη,
ο Νουμάς, ο Διόνυσος κ.α.).Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν πολύ
δύσκολα λόγω της άθλιας οικονομικής του κατάστασης και της αρρώστιας του
. Εγχειρίστηκε στον Ευαγγελισμό και οι γιατροί τον συμβούλεψαν να φύγει
για την Κέρκυρα, όπου πέθανε την πρώτη Ιουλίου του 1923, αφήνοντας
ανολοκλήρωτο το τελευταίο του έργο με τίτλο Ο παπά Ιορδάνης περίχαρος
και η ενορία του. Στο χώρο της πρωτότυπης λογοτεχνικής δημιουργίας ο
Θεοτόκης ασχολήθηκε κυρίως με την πεζογραφία. Ξεκίνησε γράφοντας
διηγήματα (κυρίως κατά την περίοδο 1898-1910) με επιρροές από τον
γερμανικό ιδεαλισμό και τη σκέψη του Νίτσε και θέματα μυθολογικά
μεσαιωνικά και άλλα, όλα απομακρυσμένα από τη σύγχρονή του
πραγματικότητα. Σύντομα άλλαξε κατεύθυνση και διέγραψε μια εξελικτική
πορεία από την ψυχογραφική ηθογραφία και την αισθητιστική γραφή, προς
τον ιδεολογικά φορτισμένο κοινωνικό ρεαλισμό (επιρροές από το
σοσιαλισμό) και το νατουραλισμό. Σταθμοί της πορείας του στάθηκαν Το
Πάθος, Το Πίστομα, Η τιμή και το χρήμα, Η ζωή και ο θάνατος του
Καραβέλλα. Στο χώρο της ποίησης έγραψε 32 σονέτα με ερωτική κυρίως
θεματολογία. Άξιες λόγου είναι επίσης οι φιλολογικές του μελέτες και οι
εξαιρετικά φροντισμένες μεταφράσεις σημαντικών έργων της παλαιότερης και
σύγχρονής του παγκόσμιας λογοτεχνίας (ο Θεοτόκης μιλούσε δέκα γλώσσες),
με τις οποίες στόχευε στην πνευματική αφύπνιση του λαού, παράλληλα προς
τον φίλο του Κωνσταντίνο Χατζόπουλο. Για περισσότερα βιογραφικά
στοιχεία του Κωνσταντίνου Θεοτόκη βλ. Γιαλουράκης Μανώλης, "Θεοτόκης
Κωνσταντίνος", Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 7.
Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Δάλλας Γιάννης, "Κωνσταντίνος Θεοτόκης", Η
παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο
πόλεμο Ι΄ (1900-1914), σ.182-230. Αθήνα, Σοκόλης, 1997, Καλαμαράς
Βασίλης, "Εργοβιογραφία Κωσνταντίνου Θεοτόκη", Διαβάζω 92, 18/4/1984,
σ.14-18, Λυκούργου Νίκη, "Θεοτόκης Κωνσταντίνος", Παγκόσμιο Βιογραφικό
Λεξικό 4. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985, Μαρτζούκου Μαρία, "Χρονολόγιο
Κωνσταντίνου Θεοτόκη", Πόρφυρας 57-58 (Κέρκυρα), 4-9/1991, σ.185-206 και
Μαρτζούκου Μαρία, "Συγκριτικό χρονολόγιο Κωνσταντίνου Θεοτόκη",
Πόρφυρας 80 (Κέρκυρα), 1-3/1997, σ.436-449.(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).
Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2013
Ποιήματα
ΚΑΒΑΦΗΣ
Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.
Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





